βρυχηθμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βρυχηθμός | βρυχηθμοί |
| γενική | βρυχηθμού | βρυχηθμών |
| αιτιατική | βρυχηθμό | βρυχηθμούς |
| κλητική | βρυχηθμέ | βρυχηθμοί |
[
]
Ετυμολογία
- βρυχηθμός < βρυχώμαι
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /vɾi.çiθ.ˈmɔs/
[
]
Ουσιαστικό
βρυχηθμός αρσενικό
- η κραυγή ή το μούγκρισμα μερικών άγριων θηρίων και κυρίως του λιονταριού