βρόχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρόχος βρόχοι
γενική βρόχου βρόχων
αιτιατική βρόχο βρόχους
κλητική βρόχε βρόχοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βρόχος < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βρόχος αρσενικό

  1. κόμπος στην άκρη ενός σχοινιού, ώστε να σφίγγει κάτι .
    Αυτοκτόνησε κάνοντας βρόχο με το καλώδιο της σόμπας.
  2. (πληροφορική) σύνολο εντολών προγραμματισμού που επαναλαμβάνονται κυκλικά μέχρι να ικανοποιηθεί μια συνθήκη

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες