βρύο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βρύο | βρύα |
| γενική | βρύου | βρύων |
| αιτιατική | βρύο | βρύα |
| κλητική | βρύο | βρύα |
[
]
Ετυμολογία
- βρύο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
βρύο ουδέτερο
- τα βρύα ευδοκιμούν σε μέρη με ψηλή υγρασία