βυθίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- βυθίζω < αρχαία ελληνική βυθίζω
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
βυθίζω (μεσοπαθητικό βυθίζομαι)
- κάνω κάτι να καταδύεται μέχρι το βυθό -κυρίως της θάλασσας
- (ειδικότερα) καταποντίζω ένα πλοίο
- πιέζω κάτι, για να περιέλθει λίγο ή εξ ολοκλήρου μέσα σε νερό ή άλλο υγρό
- πιέζω κάτι ώστε να εισχωρήσει βαθιά στη μάζα κάποιου άλλου σώματος
- κάνω κάποιον να περιπέσει πλήρως σε μια αρνητική ψυχολογική, πνευματική ή συναισθηματική κατάσταση
- κυριεύω, καλύπτω πλήρως