βύβλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βύβλος βύβλω βύβλοι
Γενική βύβλου βύβλοιν βύβλων
Δοτική βύβλ βύβλοιν βύβλοις
Αιτιατική βύβλον βύβλω βύβλους
Κλητική βύβλε βύβλω βύβλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βύβλος < Βύβλος < χαναανικό G-B-L (Gubla), συγγενές με το εβραϊκό גבל (Gebal) και το αραβικό جبيل (λιβανοαραβικό Jbeil)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βύβλος θηλυκό (& βίβλος)

  1. το αιγυπτιακό φυτό πάπυρος
  2. οι ίνες του φυτού πάπυρος, απ' τις οποίες παρασκευάζονταν διάφορα πράγματα (σχοινί, υλικό γραφής κ.λπ.)
  3. πληθυντικός οἱ βύβλοι & τά βύβλα: τα φύλλα του βιβλίου και (συνεκδοχικά) το βιβλίο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: βιβλίον

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]