βύρσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βύρσα βύρσες
γενική βύρσας βυρσών
αιτιατική βύρσα βύρσες
κλητική βύρσα βύρσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βύρσα < αρχαία ελληνική βύρσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βύρσα θηλυκό

  1. το δέρμα ενός ζώου που έχει υποστεί ειδική κατεργασία για να έχει μεγάλη αντοχή σε φθορές λόγω σκληρής χρήσης

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]


32πχ Μεταφράσεις[]