γάζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γάζα γάζες
γενική γάζας γαζών
αιτιατική γάζα γάζες
κλητική γάζα γάζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γάζα < από τη γαλλική λέξη gaz για τη δαντέλα που εισήγαγαν από την Παλαιστίνη, άρα ίσως από την πόλη Γάζα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γάζα θηλυκό

  • αποστειρωμένο λινό ή βαμβακερό ύφασμα, πολύ λεπτό, για κάλυψη τραυμάτων

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γάζα < περσική ρίζα ίσως συγγενής με τη ρίζα της πόλεως Γάζα στην Παλαιστίνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γάζα

  • βασιλικός θησαυρός, ο θησαυρός, τα χρήματα του βασιλιά των Περσών


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]