γάζα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γάζα | γάζες |
| γενική | γάζας | γαζών |
| αιτιατική | γάζα | γάζες |
| κλητική | γάζα | γάζες |
Ετυμολογία [
]
- Πιθανώς από την πόλη Γάζα.
Ουσιαστικό [
]
γάζα θηλυκό