γάμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- γάμα < αρχαία ελληνική γάμμα
[
]
Ουσιαστικό
γάμα ουδέτερο άκλιτο
- το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (γ, κεφαλαίο: Γ)
- μεταφορικά: η ορθή γωνία
- η συμβολή των δοκών ποδοσφαιρικής εστίας
- Έστειλε τη μπάλα στο γάμα.
[
]
Μεταφράσεις
γράμμα του ελληνικού αλφάβητου
ορθή γωνία
συμβολή των δοκών ποδοσφαιρικής εστίας
[
]
Ρηματικός τύπος
γάμα
- β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος γαμώ