γάμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γάμος γάμοι
γενική γάμου γάμων
αιτιατική γάμο γάμους
κλητική γάμε γάμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γάμος < αρχαία ελληνική γάμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γάμος αρσενικό

  1. η επίσημη τελετή ένωσης δύο ανθρώπων, η γαμήλια τελετή
  2. (κατ’ επέκταση) η αναγνωρισμένη από το νόμο συμβίωση δύο ανθρώπων που έχει γίνει μετά από σύμφωνη με τη νομοθεσία τελετή

Εκφράσεις[]

  • ανοικτός γάμος: τελετή γάμου με πολλούς προσκεκλημένους
  • θρησκευτικός γάμος: γάμος σύμφωνα με τους κανόνες της αντίστοιχης θρησκείας
  • κλειστός γάμος: τελετή γάμου με ελάχιστους ή και καθόλου προσκεκλημένους
  • λευκός γάμος: ο γάμος, η συμβίωση δύο ανθρώπων που έχουν παντρευτεί νόμιμα αλλά χωρίς να έχουν συζυγικές σχέσεις
  • μεικτός γάμος: γάμος μεταξύ δύο ατόμων που έχουν διαφορετική θρησκεία
  • μοργανατικός γάμος: γάμος ενός μέλους ηγεμονικού οίκου (βασιλιάς, πρίγκιπας, δούκας κ.λπ.) με γυναίκα μη ηγεμονικής καταγωγής (ή το αντίστροφο), με αποτέλεσμα οι απόγονοί τους να μην κληρονομούν τους σχετικούς τίτλους
  • όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη):
    1. όταν υπάρχουν πολλά προβλήματα μαζεμένα
    2. όταν σε μια ήδη δύσκολη κατάσταση εμφανίζεται κάποιο ακόμα πρόβλημα
  • πάρ’ τονε στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου: γι’ αυτούς που λένε κάτι άσχετο, παράταιρο ή αντίθετο με όσα συμβαίνουν γύρω τους
  • πολιτικός γάμος: γάμος που γίνεται σύμφωνα με τους κατά τόπους διοικητικούς κανονισμούς
  • του Κουτρούλη ο γάμος

32πχ Μεταφράσεις[]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους:



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γάμος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γάμος αρσενικό

  1. η επίσημη τελετή ένωσης δύο ανθρώπων, η γαμήλια τελετή