γάρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γάρος | - |
| γενική | γάρου | - |
| αιτιατική | γάρο | - |
| κλητική | γάρο | - |
[
]
Ετυμολογία
- γάρος < αρχαία ελληνική γάρος < αβέβαιης ετυμολογίας
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γάρος αρσενικό μόνο στον ενικό
- αλατισμένο νερό, στο οποίο συστηρούνται τρόφιμα (ψάρια, ελιές, λαχανικά κ.λπ.). Λέγεται και άλμη ή σαλαμούρα
- σάλτσα που παρασκευάζεται από μικρά ψάρια, εντόσθια ψαριών, λάδι και λεμόνι
- το λέκιασμα, ο ρύπος
- ο γάιδαρος στην Κυπριακή διάλεκτο
[
]
Μεταφράσεις
γάρος