γάτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γάτος | γάτοι |
| γενική | γάτου | γάτων |
| αιτιατική | γάτο | γάτους |
| κλητική | γάτε | γάτοι |
[
]
Ετυμολογία
- γάτος < από το ιταλικό gatto < Από το λατινικό cᾰttu, προέλευση αβέβαιη.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γάτος αρσενικό (πληθυντικός γάτοι)
- Το αρσενικό της γάτας.
[
]
Μεταφράσεις
γάτος