γέμισμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γέμισμα | γεμίσματα |
| γενική | γεμίσματος | γεμισμάτων |
| αιτιατική | γέμισμα | γεμίσματα |
| κλητική | γέμισμα | γεμίσματα |
[
]
Ετυμολογία
- γέμισμα < μεσαιωνική ελληνική < γεμίζω
[
]
Ουσιαστικό
γέμισμα ουδέτερο
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γεμίζω
- η ποσότητα που χωράει ένα δοχείο όταν το γεμίσουμε
- πόσα χιλιόμετρα κάνεις με το αυτοκίνητό σου με ένα γέμισμα;
[
]
Μεταφράσεις
γέμισμα