γένι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γένι | γένια |
| γενική | γενιού | γενιών |
| αιτιατική | γένι | γένια |
| κλητική | γένι | γένια |
[
]
Ετυμολογία
- γένι < μεσαιωνική ελληνική γένιον < γένυς (: σαγόνι)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γένι ουδέτερο
- οι τρίχες στο προσώπο και τα μάγουλα, κυρίως των ανδρών, που έχουν μακρύνει
- (πληθυντικός) οι τρίχες που φυτρώνουν στα μάγουλα των ανδρών
[
] Εκφράσεις
- μόνο του σπανού τα γένια δε γίνονται : όλα είναι δυνατά, εκτός αν δεν το επιτρέπει η φύση τους
- ο παπάς ευλογάει πρώτα τα γένια του : ο καθένας φροντίζει πρώτα για τον εαυτό του
- όποιος έχει τα γένια, έχει και τα χτένια : αυτός που έχει προνόμια και ευθύνες πρέπει να αντιμετωπίζει και τις πιθανές δυσκολίες
[
]
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
γένι