γέφυρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γέφυρα | γέφυρες |
| γενική | γέφυρας | γεφυρών |
| αιτιατική | γέφυρα | γέφυρες |
| κλητική | γέφυρα | γέφυρες |
Ετυμολογία [
]
- γέφυρα < αρχαία ελληνική γέφυρα
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
γέφυρα θηλυκό
- κατασκευή που επιτρέπει το πέρασμα ανθρώπων, οχημάτων κ.λπ. πάνω από ποτάμια, θαλάσσια στενά κ.λπ.
- (μεταφορικά) οτιδήποτε γεφυρώνει τις διαφορές ή τις διαφωνίες μεταξύ ανθρώπων, ομάδων, κρατών κ.λπ.
- (οδοντιατρική) κατασκεύασμα με ελάσματα και γεφυρώματα που τοποθετείται στα σημεία της οδοντοστοιχίας που λείπουν ένα ή περισσότερα δόντια
- το υπερυψωμένο επίπεδο ενός πλοίου πάνω από το κατάστρωμά του, όπου βρίσκονται τα συστήματα διακυβέρνησής του
- (γυμναστική) άσκηση κατά την οποία το σώμα του ασκούμενου λυγίζει προς τα πίσω και τα χέρια ακουμπούν στο δάπεδο, ώστε ο κορμός να σχηματίζει γέφυρα
- (ανατομία) δομή του οπίσθιου μέρους του εγκεφάλου
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
γέφυρα
|
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γέφυρα | γεφύρα | γέφυραι |
| Γενική | γεφύρας | γεφύραιν | γεφυρῶν |
| Δοτική | γεφύρᾳ | γεφύραιν | γεφύραις |
| Αιτιατική | γέφυραν | γεφύρα | γεφύρας |
| Κλητική | γέφυρα | γεφύρα | γέφυραι |
Ετυμολογία [
]
- γέφυρα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
γέφυρα θηλυκό