γέφυρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γέφυρα γέφυρες
γενική γέφυρας γεφυρών
αιτιατική γέφυρα γέφυρες
κλητική γέφυρα γέφυρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέφυρα < αρχαία ελληνική γέφυρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝɛ.fi.ɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γέφυρα θηλυκό

  1. κατασκευή που επιτρέπει το πέρασμα ανθρώπων, οχημάτων κ.λπ. πάνω από ποτάμια, θαλάσσια στενά κ.λπ.
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε γεφυρώνει τις διαφορές ή τις διαφωνίες μεταξύ ανθρώπων, ομάδων, κρατών κ.λπ.
  3. (οδοντιατρική) κατασκεύασμα με ελάσματα και γεφυρώματα που τοποθετείται στα σημεία της οδοντοστοιχίας που λείπουν ένα ή περισσότερα δόντια
  4. το υπερυψωμένο επίπεδο ενός πλοίου πάνω από το κατάστρωμά του, όπου βρίσκονται τα συστήματα διακυβέρνησής του
  5. (γυμναστική) άσκηση κατά την οποία το σώμα του ασκούμενου λυγίζει προς τα πίσω και τα χέρια ακουμπούν στο δάπεδο, ώστε ο κορμός να σχηματίζει γέφυρα
  6. (ανατομία) δομή του οπίσθιου μέρους του εγκεφάλου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική γέφυρα γεφύρα γέφυραι
Γενική γεφύρας γεφύραιν γεφυρῶν
Δοτική γεφύρ γεφύραιν γεφύραις
Αιτιατική γέφυραν γεφύρα γεφύρας
Κλητική γέφυρα γεφύρα γέφυραι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέφυρα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γέφυρα θηλυκό

  1. φράγμα, όριο
  2. γέφυρα (που ενώνει δύο αντίπερα όχθες)