γήπεδο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γήπεδο | γήπεδα |
| γενική | γηπέδου | γηπέδων |
| αιτιατική | γήπεδο | γήπεδα |
| κλητική | γήπεδο | γήπεδα |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
γήπεδο ουδέτερο
- μεγάλη επίπεδη έκταση γης
- (αθλητισμός) χώρος διεξαγωγής ομαδικών αθλημάτων
- η έδρα μιας ομάδας