γίγαντας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γίγαντας | γίγαντες |
| γενική | γίγαντα | γιγάντων |
| αιτιατική | γίγαντα | γίγαντες |
| κλητική | γίγαντα | γίγαντες |
Ετυμολογία [
]
- γίγαντας < αρχαία ελληνική Γίγας
Ουσιαστικό [
]
γίγαντας αρσενικό (θηλυκό: γιγάντισσα)
- μυθικό ον που συναντάται σε πολλές από τις μυθολογίες του κόσμου· ανθρωπόμορφος αλλά με ύψος και δύναμη πολλές φορές μεγαλύτερα από του κανονικού ανθρώπου
- (μεταφορικά) άνθρωπος με ύψος πολύ μεγαλύτερο από το μέσο όρο
- κάτω από το καλάθι την άμυνα έβγαζε ένας γίγαντας των 2.10
- που θεωρείται σημαντική μορφή στον τομέα του
- ο Σοπενάουερ είναι ένας από τους γίγαντες της γερμανικής φιλοσοφίας
- έλα ρε γίγαντα!
Εκφράσεις [
]
- γίγαντας με πήλινα πόδια: ...