γίνομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- γίνομαι < αρχαία ελληνική γίνομαι και γίγνομαι
Ρήμα [
]
γίνομαι
- λαβαίνω υπόσταση, ζωή, ύπαρξη
- αποκτώ μια ιδιότητα
- έγινε κατακόκκινος από την ντροπή του
- ετοιμάζομαι, ολοκληρώνομαι
- ακόμα να γίνει το φαγητό
- (στο γ πρόσωπο) συμβαίνω
- αυτά έγιναν χτες στο γήπεδο
- (στο γ πρόσωπο ενικού) είναι δυνατόν
- γίνεται να συναντηθούμε κατά τις τρεις αντί στις δύο που είχαμ πει;