γίνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γίνομαι < αρχαία ελληνική γίνομαι και γίγνομαι

Open book 01.svg Ρήμα[]

γίνομαι

  1. λαβαίνω υπόσταση, ζωή, ύπαρξη
  2. αποκτώ μια ιδιότητα
    έγινε κατακόκκινος από την ντροπή του
  3. ετοιμάζομαι, ολοκληρώνομαι
    ακόμα να γίνει το φαγητό
  4. (στο γ πρόσωπο) συμβαίνω
    αυτά έγιναν χτες στο γήπεδο
  5. (στο γ πρόσωπο ενικού) είναι δυνατόν
    γίνεται να συναντηθούμε κατά τις τρεις αντί στις δύο που είχαμ πει;

32πχ Μεταφράσεις[]