γαζέλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γαζέλα | γαζέλες |
| γενική | γαζέλας | γαζελών |
| αιτιατική | γαζέλα | γαζέλες |
| κλητική | γαζέλα | γαζέλες |
Ετυμολογία [
]
- γαζέλα < γαλλική gazelle < αραβική gazâl, gazâla
Ουσιαστικό [
]
γαζέλα θηλυκό
- αντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο