γαζέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαζέλα γαζέλες
γενική γαζέλας γαζελών
αιτιατική γαζέλα γαζέλες
κλητική γαζέλα γαζέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γαζέλα < γαλλική gazelle < αραβική gazâl, gazâla
γαζέλα (Gazella bennettii)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γαζέλα θηλυκό

  1. αντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο

32πχ Μεταφράσεις[]