γαλακτόρροια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαλακτόρροια γαλακτόρροιες
γενική γαλακτόρροιας γαλακτορροιών
αιτιατική γαλακτόρροια γαλακτόρροιες
κλητική γαλακτόρροια γαλακτόρροιες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γαλακτόρροια < αγγλική galactorrhoea < αρχαία ελληνική γάλα + ῥέω (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γαλακτόρροια θηλυκό

  1. (ιατρική) ασθένεια, εξαιτίας της οποίας χωρίς άλλη αιτία τρέχει γάλα από τα στήθη ενός θηλυκού

32πχ Μεταφράσεις[]