γαλβανίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.



ρ. (γαλβάν-ισα, -ισμένος) ηλεκτρίζω με τη γαλβανική στήλη | (ιδ.) χρησιμοποιώντας ηλεκτρική επίδραση επενδύω μεταλλικό αντικείμενο με λεπτότατο στρώμα άλλου μετάλλου: γαλβανισμένο σίδερο, επιστρωμένο με ψευδάργυρο, για προφύλαξη από τη σκουριά | (μτφ.) εμψυχώνω, ηλεκτρίζω: φοβερός δημαγωγός, ξέρει να γαλβανίζει τα πλήθη

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες