γαλβανίζω
Από Βικιλεξικό
|
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
ρ. (γαλβάν-ισα, -ισμένος) ηλεκτρίζω με τη γαλβανική στήλη | (ιδ.) χρησιμοποιώντας ηλεκτρική επίδραση επενδύω μεταλλικό αντικείμενο με λεπτότατο στρώμα άλλου μετάλλου: γαλβανισμένο σίδερο, επιστρωμένο με ψευδάργυρο, για προφύλαξη από τη σκουριά | (μτφ.) εμψυχώνω, ηλεκτρίζω: φοβερός δημαγωγός, ξέρει να γαλβανίζει τα πλήθη