γαμήσι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γαμήσι | γαμήσια |
| γενική | γαμησιού | γαμησιών |
| αιτιατική | γαμήσι | γαμήσια |
| κλητική | γαμήσι | γαμήσια |
[
]
Ετυμολογία
- γαμήσι < μεσαιωνική ελληνική γαμήσει < αρχαία ελληνική γαμήσειν, απαρέμφατος μέλλοντας του γαμῶ (νυμφεύομαι)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γαμήσι ουδέτερο
[
]
[
]
Δείτε επίσης
[
] Εκφράσεις
- αυτός θέλει γαμήσι κι άπλωμα στον ήλιο
- έφαγα ένα γαμήσι
[
]
Μεταφράσεις
γαμήσι
|