γαμήσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαμήσι γαμήσια
γενική γαμησιού γαμησιών
αιτιατική γαμήσι γαμήσια
κλητική γαμήσι γαμήσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣa.ˈmi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαμήσι ουδέτερο

  1. (χυδαία) η συνουσία
  2. (μεταφορικά) μεγάλη δυσκολία

Πρότυπο:υποκοριστικό[επεξεργασία]

γαμησάκι (χαϊδευτικό, ευμενιστικό)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]


Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αυτός θέλει γαμήσι κι άπλωμα στον ήλιο
  • έφαγα ένα γαμήσι / έφαγα τρελό γαμήσι
  • ο τράγος έχει την βοσκή κι αυτός μόνο γαμήσι
  • σε γαμάνε παρά φύση, μα σ' αρέσει το γαμήσι
  • γαμήσι, χασίσι κι επιστροφή στη φύση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]