γαμιάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαμιάς γαμιάδες
γενική γαμιά γαμιάδων
αιτιατική γαμιά γαμιάδες
κλητική γαμιά γαμιάδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

γαμιάς < μεσαιωνικός τύπος, γαμέας με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας < γαμ(ώ) + -έας > -ιάς


[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

γαμιάς αρσενικό

  • (χυδαία, λαϊκά) αυτός που επιδίδεται με επιτυχία στις σεξουαλικές δραστηριότητες

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη