γαμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

γαμώ < αρχαία ελληνική γαμέω, -ῶ (παντρεύομαι)

[] Open book 01.svg Ρήμα

γαμώ

(χυδαίο)
  1. συμμετέχω σε σεξουαλική επαφή (λέγεται κυρίως για τον άντρα)
  2. (μεταφορικά) νικώ, ταπεινώνω
  3. (μεταφορικά) καταστρέφω κάτι, το κάνω χάλια

[] Plume ombre.png Κλίση


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες