γαστήρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση
Ενικός
Δυικός
Πληθυντικός
Ονομαστική γαστήρ γαστέρε γαστέρες
Γενική γαστρός γαστέροιν γαστέρων
Δοτική γαστρί γαστέροιν γαστράσι
Αιτιατική γαστέρα γαστέρε γαστέρας
Κλητική γαστήρ γαστέρε γαστέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γαστήρ < συγγενές των λέξεων γέμω, γάστρα και γέντα (έντερα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γαστήρ θηλυκό

  1. η κοιλιά
  2. η επιθυμία για φαγητό
  3. η μήτρα
    Ἡσαΐα χόρευε, ἡ Παρθένος ἔσχεν ἐν γαστρί, καὶ ἔτεκεν υἱὸν τὸν Ἐμμανουήλ, Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον (ψαλμός)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]