γαστήρ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαστήρ | γαστέρε | γαστέρες |
| Γενική | γαστρός | γαστέροιν | γαστέρων |
| Δοτική | γαστρί | γαστέροιν | γαστράσι |
| Αιτιατική | γαστέρα | γαστέρε | γαστέρας |
| Κλητική | γαστήρ | γαστέρε | γαστέρες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
γαστήρ θηλυκό
- η κοιλιά
- η επιθυμία για φαγητό
- η μήτρα
- Ἡσαΐα χόρευε, ἡ Παρθένος ἔσχεν ἐν γαστρί, καὶ ἔτεκεν υἱὸν τὸν Ἐμμανουήλ, Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον (ψαλμός)