γδέρνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γδέρνω < μεσαιωνική ελληνική εγδέρνω < αρχαία ελληνική ἐκδέρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɣðɛ.ɾnɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

γδέρνω

  1. αφαιρώ εξολοκλήρου το δέρμα από ένα νεκρό ζώο
  2. προκαλώ με αιχμηρό αντικείμενο ένα γδάρσιμο
  3. (μεταφορικά) παίρνω πολλά χρήματα από κάποιον πουλώντας του κάτι σε υπερβολική τιμή

32πχ Μεταφράσεις[]