γεγονός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γεγωνός, γεγωνώς, γεγονώς

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γεγονός < αρχαία ελληνική γεγονός < ουδέτερο της ενεργητικής μετοχής γεγονώς, του παρακειμένου "γέγονα", του γίγνομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ʝɛ.ɣɔ.ˈnɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γεγονός ουδέτερο

  1. κάτι που έχει πράγματι συμβεί στο παρελθόν
    ιστορικό γεγονός
    -Έπεσε πάλι το χρηματιστήριο; -Αφού σου λέω, είναι γεγονός!


32πχ Μεταφράσεις[]