γειτονεύω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- γειτονεύω < αρχαία ελληνική < γείτων + -εύω
Ρήμα [
]
γειτονεύω
- είμαι γείτονας με κάποιον
Παροιμίες [
]
- αν γειτονέψεις με κουτσό θα μάθεις να κουτσαίνεις: με όποιον δάσκαλο καθίσεις τα ίδια γράμματα θα μάθεις