γειτονιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γειτονιά | γειτονιές |
| γενική | γειτονιάς | γειτονιών |
| αιτιατική | γειτονιά | γειτονιές |
| κλητική | γειτονιά | γειτονιές |
[
]
Ετυμολογία
- γειτονιά < αρχαία ελληνική γειτονία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γειτονιά θηλυκό
- το σύνολο από γειτονικά σπίτια, το οποίο αποτελεί τμήμα της συνοικίας
- (συνεκδοχικά) το σύνολο των ανθρώπων που κατοικούν σε γειτονικά σπίτια
- (μεταφορικά) το σύνολο όμορων χωρών
- (σε γενική, ως χαρακτηρισμός) της γειτονιάς : περιφερειακός, συνοικιακός