γελοιογραφία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γελοιογραφία | γελοιογραφίες |
| γενική | γελοιογραφίας | γελοιογραφιών |
| αιτιατική | γελοιογραφία | γελοιογραφίες |
| κλητική | γελοιογραφία | γελοιογραφίες |
[
]
Ετυμολογία
- γελοιογραφία < γελοιογράφος
[
]
Ουσιαστικό
γελοιογραφία θηλυκό
- σκίτσο που σατιρίζει την επικαιρότητα και δημοσιεύεται στον τύπο
- η κωμική ή γελοιογραφική εκδοχή ή αντίγραφο ενός πράγματος
[
]
Μεταφράσεις
γελοιογραφία