γενικά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- γενικά < γενικός
Προφορά
Επίρρημα
γενικά
- από συνολική άποψη
- είμαστε γενικά ευχαριστημένοι από την εξέλιξη των πραγμάτων
- συνήθως
- είναι κλειστός άνθρωπος και, γενικά, δε βγαίνει πολύ
- αόριστα, χωρίς λεπτομέρειες
- μου μίλησε πολύ γενικά και δεν κατάλαβα πολλά
Ταυτόσημο
- (λόγιο) γενικώς
Μεταφράσεις
Κλιτή μορφή επιθέτου
γενικά
- γενικό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού