γενναίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γενναῖος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική γενναίος γενναία γενναίο
γενική γενναίου γενναίας γενναίου
αιτιατική γενναίο γενναία γενναίο
κλητική γενναίε γενναία γενναίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γενναίοι γενναίες γενναία
γενική γενναίων γενναίων γενναίων
αιτιατική γενναίους γενναίες γενναία
κλητική γενναίοι γενναίες γενναία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γενναίος < αρχαία ελληνική γενναῖος < γέν-ος

Open book 01.svg Επίθετο[]

γενναίος

  1. που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, που αντιμετωπίζει τους κινδύνους ή τις αντιξοότητες χωρίς να δειλιάσει, που δείχνει θάρρος και ταυτόχρονα υψηλό ήθος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανδρείος, ατρόμητος, άφοβος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: δειλός
  2. πλουσιοπάροχος, γενναιόδωρος
    ο υπουργός υποσχέθηκε γενναίες αυξήσεις στους μισθωτούς

32πχ Μεταφράσεις[]