γεννώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γεννώ < αρχαία ελληνική γεννάω /γεννῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

γεννώ

  1. φέρνω στον κόσμο μια νέα ζωή
  2. (ψάρια, πουλιά) κάνω αβγά
  3. (μεταφορικά) δημιουργώ κάτι, παράγω εξ αρχής
  4. παθητική φωνή γεννιέμαι: έχω εκ φύσεως μια προδιάθεση ή μια ικανότητα

Εκφράσεις[]

  • όπως τον γέννησε η μάνα του
  • αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννάν οι κότες

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]