γερανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Γερανός, γέρανος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γερανός γερανοί
γενική γερανού γερανών
αιτιατική γερανό γερανούς
κλητική γερανέ γερανοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γερανός < αρχαία ελληνική γέρανος
το μηχάνημα μοιάζει με το μακρύ ράμφος του πουλιού

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʝɛ.ɾa.ˈnɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένας γερανός που πετάει
έξι γερανοί που δεν πετάνε

γερανός αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) μεγαλόσωμο υδρόβιο πτηνό με μακριά πόδια, μακρύ ράμφος και λαιμό
    μόλις εμφανιστούν οι γερανοί, πίστευαν οι αρχαίοι, είναι η κατάλληλη εποχή για όργωμα
  2. μηχάνημα που εξυπηρετεί με ανακρέμαση την ανύψωση, μετακίνηση, ή φορτοεκφόρτωση αντικειμένων μεγάλου βάρους
    καλαθοφόρος / πλωτός / ηλεκτροϋδραυλικός γερανός
  3. το όχημα που έχει το προηγούμενο μηχάνημα
    ο γερανός της Τροχαίας τους πήρε το αυτοκίνητο για παράνομη στάθμευση
  4. παραδοσιακή κατασκευή άντλησης νερού από πηγάδι
  5. η εγκατάσταση υδροδότησης των σιδηροδρομικών ατμομηχανών
  6. μηχάνημα που χρησιμοποιείται από της αντλίες της πυροσβεστικής για την εκτόξευση νερού από ψηλά
  7. (μυθολογία) χορός που εφηύρε ο Θησέας και τον χόρεψε στη Δήλο, επιζητώντας να δείξει τη δαιδαλώδη πορεία που ακολούθησε στο Λαβύρινθο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]