γεύομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- γεύομαι < αρχαία ελληνική γεύομαι
[
]
Ρήμα
γεύομαι, παρατ.: γευόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα γευτώ, αόρ.: γεύτηκα
- νιώθω τη γεύση ενός φαγητού ή ποτού που δοκιμάζω
- δοκιμάζω μια απολαυστική εμπειρία, απολαμβάνω