γεώτρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γεώτρηση γεωτρήσεις
γενική γεώτρησης
& γεωτρήσεως
γεωτρήσεων
αιτιατική γεώτρηση γεωτρήσεις
κλητική γεώτρηση γεωτρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεώτρηση < γεω- + αρχαία ελληνική τρῆσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεώτρηση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία "τρυπώντας" τη γη, δημιουργούμε ένα κατακόρυφο - με πιθανή πλάγια ή και οριζόντια κατάληξη - στενό και μεγάλου βάθους άνοιγμα με σκοπό να εντοπίσουμε και να παράγουμε υπόγεια κοιτάσματα νερού, φυσικού αερίου ή πετρελαίου
  2. ο τόπος όπου έχουμε δημιουργήσει αυτό το άνοιγμα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]