γηγενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική γηγενής γηγενής γηγενές
γενική γηγενούς γηγενούς γηγενούς
αιτιατική γηγενή γηγενή γηγενές
κλητική γηγενή(ς) γηγενής γηγενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γηγενείς γηγενείς γηγενή
γενική γηγενών γηγενών γηγενών
αιτιατική γηγενείς γηγενείς γηγενή
κλητική γηγενείς γηγενείς γηγενή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γηγενής < γη + γεν- (βλέπε γένος, γεννώ, γίνομαι)

Open book 01.svg Επίθετο[]

γηγενής

  • που έχει γεννηθεί στη γη που κατοικεί, ο ιθαγενής, ο ντόπιος


32πχ Μεταφράσεις[]