γηγενής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | γηγενής | γηγενής | γηγενές |
| γενική | γηγενούς | γηγενούς | γηγενούς |
| αιτιατική | γηγενή | γηγενή | γηγενές |
| κλητική | γηγενή(ς) | γηγενής | γηγενές |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | γηγενείς | γηγενείς | γηγενή |
| γενική | γηγενών | γηγενών | γηγενών |
| αιτιατική | γηγενείς | γηγενείς | γηγενή |
| κλητική | γηγενείς | γηγενείς | γηγενή |
Ετυμολογία [
]
- γηγενής < γη + γεν- (βλέπε γένος, γεννώ, γίνομαι)
Επίθετο [
]
γηγενής