γκάμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκάμα γκάμες
γενική γκάμας
αιτιατική γκάμα γκάμες
κλητική γκάμα γκάμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γκάμα < γαλλική gamme

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

γκάμα θηλυκό

  1. (μουσική) η κλίμακα
  2. φάσμα, σύνολο πιθανοτήτων που επιλέγονται ή εμφανίζονται κατά σειρά
    η εταιρία παρουσιάζει τη γκάμα των φετινών μοντέλων

32πχ Μεταφράσεις []