γκάμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γκάμα | γκάμες |
| γενική | γκάμας | |
| αιτιατική | γκάμα | γκάμες |
| κλητική | γκάμα | γκάμες |
Ετυμολογία [
]
- γκάμα < γαλλική gamme
Ουσιαστικό [
]
γκάμα θηλυκό
- (μουσική) η κλίμακα
- φάσμα, σύνολο πιθανοτήτων που επιλέγονται ή εμφανίζονται κατά σειρά
- η εταιρία παρουσιάζει τη γκάμα των φετινών μοντέλων