γκέτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκέτο < ιταλική ghetto

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκέτο ουδέτερο άκλιτο

  1. εβραϊκή συνοικία, συνοικία όπου οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να ζουν άλλοτε
  2. (μεταφορικά) μέρος μιας πόλης όπου κατοικεί μειονότητα, συνήθως υποβαθμισμένη οικονομικά
  3. (κατ’ επέκταση) κατάσταση απομόνωσης από τον εξωτερικό κόσμο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]