γκαράζ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- γκαράζ < γαλλική garage
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γκαράζ ουδέτερο, άκλιτο
- υπαίθριος ή στεγασμένος χώρος που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, ώστε να σταθμεύονται και να φυλάσσονται αυτοκίνητα
- εργαστήριο όπου επισκευάζονται και συντηρούνται αυτοκίνητα