γκριζάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γκριζάρω < γκρίζος +-άρω

Open book 01.svg Ρήμα[]

γκριζάρω

  1. γίνομαι γκρίζος
    μετά τα 50 τα μαλλιά του άρχισαν να γκριζάρουν

32πχ Μεταφράσεις[]