γλαυκός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική γλαυκός γλαυκή γλαυκό
γενική γλαυκού γλαυκής γλαυκού
αιτιατική γλαυκό γλαυκή γλαυκό
κλητική γλαυκέ γλαυκή γλαυκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γλαυκοί γλαυκές γλαυκά
γενική γλαυκών γλαυκών γλαυκών
αιτιατική γλαυκούς γλαυκές γλαυκά
κλητική γλαυκοί γλαυκές γλαυκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γλαυκός < αρχαία ελληνική γλαυκός

Open book 01.svg Επίθετο[]

γλαυκός

  1. ο ανοιχτός γαλάζιος (στο χρώμα της θάλασσας ή του ουρανού)


32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

γλαυκή σελήνη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γλαυκός < ίσως από ρήμα γλαύσσω ή γλαύκιω που μπορεί να υπήρξε


Open book 01.svg Επίθετο[]

γλαυκός, -ή, όν

  1. αστραφτερός, λαμπερός, σαν ασήμι, ίσως το φωτεινό γκρί του ασημιού ή το λευκό που αστράφτει και μοιάζει με το ασήμι
    γλαυκή σελάνα
γλαυκὴ δέ σε τίκτε θάλασσα
  1. γαλαζοπράσινος, γκριζογάλανος
    γλαυκὴ δέ σε τίκτε θάλασσα (Ομηρος)
  2. γκριζοπράσινος της ελιάς
    γλαυκᾶς παιδοτρόφου φύλλον ἐλαίας
γλαυκᾶς παιδοτρόφου φύλλον ἐλαίας
  1. γαλάζιο
    λαμπρῷ δὲ λευκὸν συνελθὸν καὶ εἰς μέλαν κατακορὲς ἐμπεσὸν κυανοῦν χρῶμα ἀποτελεῖται, κυανοῦ δὲ λευκῷ κεραννυμένου γλαυκόν, πυρροῦ δὲ μέλανι πράσιον. (άμα αναμιχθεί το λαμπρό <ίσως ήταν μια απόχρωση του μπλε> με το λευκό και μετά κάποιος το βάλει σε μαύρο, σχηματίζεται το κυανό, και αν στο κυανό αναμίξει κάποιος λευκό, έχει το γαλάζιο,κι αν στο πυρρό βάλει μαύρο, έχει πράσινο) (Πλατων Τιμαίος 68)
  2. γαλανομάτης
    Βουδῖνοι δὲ ἔθνος ἐὸν μέγα καὶ πολλὸν γλαυκόν τε πᾶν ἰσχυρῶς ἐστι καὶ πυρρόν (για τους Σκύθες ο Ηρόδοτος, γαλανομάτηδες και ξανθοκοκκινοτρίχηδες)

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]