γλυκαντικό
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
γλυκαντικό
- γλυκαντικός, στην αιτιατική του ενικού
- ουδέτερο του γλυκαντικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού