γνωστικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | γνωστικός | γνωστική | γνωστικό |
| γενική | γνωστικού | γνωστικής | γνωστικού |
| αιτιατική | γνωστικό | γνωστική | γνωστικό |
| κλητική | γνωστικέ | γνωστική | γνωστικό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | γνωστικοί | γνωστικές | γνωστικά |
| γενική | γνωστικών | γνωστικών | γνωστικών |
| αιτιατική | γνωστικούς | γνωστικές | γνωστικά |
| κλητική | γνωστικοί | γνωστικές | γνωστικά |
[
]
Ετυμολογία
- γνωστικός < αρχαία ελληνική γνωστικός
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɣnɔ.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /ɣnɔ.sti.ˈci/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /ɣnɔ.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο
[
]
Επίθετο
γνωστικός, -ή, -ό
- που αναφέρεται στη γνώση ή στη διαδικασία με την οποία αποκτάται
- γνωστικό αντικείμενο
- γνωστική ψυχολογία
- ο συνετός
- γνωστική απόφαση, γνωστικός άνθρωπος
- που αναφέρεται ή ακολουθεί τη διδασκαλία του γνωστικισμού
[
]
Μεταφράσεις
γνωστικός
[
]
Ουσιαστικό
γνωστικός αρσενικό
- ο οπαδός της διδασκαλίας του γνωστικισμού