γνωστός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- γνωστός < αρχαία ελληνική γνωστός
Επίθετο [
]
γνωστός -ή -ό
- που τον γνωρίζουμε ή τον αναγνωρίζουμε ή θεωρείται συνηθισμένος
- τα γνωστά μου πρόσωπα, η γνωστή επιχειρηματολογία'
Ουσιαστικό [
]
γνωστός
- κάποιος που τον γνωρίζω καλά ή τον έχω συναντήσει ή μας έχουν συστήσει
- συνάντησα στο δρόμο έναν παλιό γνωστό
Μεταφράσεις [
]
επίθετο