γοητεία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γοητεία | - |
| γενική | γοητείας | - |
| αιτιατική | γοητεία | - |
| κλητική | γοητεία | - |
[
]
Ετυμολογία
- γοητεία < αρχαία ελληνική
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɣɔ.i.ˈti.a/
[
]
Ουσιαστικό
γοητεία θηλυκό μόνο στον ενικό
- η ιδιαίτερη δύναμη που έχει η ακτινοβολία και η χάρη της ομορφιάς ενός προσώπου και η έλξη που προκαλεί
- (συνεκδοχικά) κάθε χαρακτηριστικό που έχει την προηγούμενη δύναμη
- πράξη που δεν εξηγείται λογικά και επηρεάζει τη θέληση των άλλων