γονίδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γονίδιο γονίδια
γενική γονιδίου γονιδίων
αιτιατική γονίδιο γονίδια
κλητική γονίδιο γονίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γονίδιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

γονίδιο ουδέτερο

  • βασική φυσική μονάδα κληρονομικότητας στους ζωντανούς οργανισμούς που μεταβιβάζει πληροφορίες από το ένα κύτταρο σε άλλο και κατ' επέκταση από τη μια γενιά στην άλλη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις []