γονίδιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- γονίδιο < Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Ουσιαστικό
γονίδιο ουδέτερο
- βασική φυσική μονάδα κληρονομικότητας στους ζωντανούς οργανισμούς που μεταβιβάζει πληροφορίες από το ένα κύτταρο σε άλλο και κατ' επέκταση από τη μια γενιά στην άλλη
Συγγενικές λέξεις
Δείτε επίσης
- γονίδιο στη Βικιπαίδεια
