γράφω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
αρχαίo γράφω
Προφορά
Ρήμα
γράφω
- σχεδιάζω σύμβολα (γράμματα, αριθμούς) πάνω σε κάποια επιφάνεια
- Τι γράφεις;
- ετοιμάζω και στέλνω μια επιστολή
- Της έγραψε πολλές φορές αλλά δεν απάντησε.
- πετυχαίνω την καταχώρηση κάποιου σε έναν οργανισμό
- Τον έγραψε σε μια ιδιωτική σχολή.
- έχω σαν επάγγελμα τη σύνταξη βιβλίων
- Ο αδερφός του κερδίζει τη ζωή του γράφοντας.
- χρεώνω κάποιον, συνήθως για κάποια παράβαση νόμου
- Τον έγραψαν για παράνομη στάθμευση.
Εκφράσεις
- γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια : αγνοώ
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Συνώνυμα
έννοια 1
έννοια 3
Αντώνυμα
έννοια 1