γράφω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- γράφω < αρχαία ελληνική γράφω
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
γράφω
- σχεδιάζω σύμβολα (γράμματα, αριθμούς) πάνω σε κάποια επιφάνεια
- ετοιμάζω και στέλνω μια επιστολή
- Της έγραψε πολλές φορές αλλά δεν απάντησε.
- πετυχαίνω την καταχώρηση κάποιου σε έναν οργανισμό
- έχω σαν επάγγελμα τη σύνταξη βιβλίων
- Ο αδερφός του κερδίζει τη ζωή του γράφοντας.
- χρεώνω κάποιον, συνήθως για κάποια παράβαση νόμου
- Τον έγραψαν για παράνομη στάθμευση.
- (προφορικό, οικείο ή αγενές) αγνοώ επιδεικτικά την παράκληση ή τη συμβουλή κάποιου
- του ζήτησα μια χάρη, αλλά αυτός με έγραψε κανονικά
Εκφράσεις [
]
- γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια : αγνοώ
[
]
Σύνθετα [
]
Δείτε επίσης [
]
Κλίση [
]
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Μεταφράσεις [
]
γράφω