γρήγορος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- γρήγορος < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Επίθετο
γρήγορος
- που μπορεί να αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα καθώς κινείται
- γρήγορος δρομέας, γρήγορο αυτοκίνητο
- που μπορεί να ολοκληρώσει ένα έργο σε λίγο χρόνο
- είναι γρήγορος στη δουλειά του
- γρήγορος υπολογιστής
- που ολοκληρώνεται σε λίγο χρόνο
- γρήγορος συλλογισμός
- γρήγορη διαδρομή