γρήγορος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | γρήγορος | γρήγορη | γρήγορο |
| γενική | γρήγορου | γρήγορης | γρήγορου |
| αιτιατική | γρήγορο | γρήγορη | γρήγορο |
| κλητική | γρήγορε | γρήγορη | γρήγορο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | γρήγοροι | γρήγορες | γρήγορα |
| γενική | γρήγορων | γρήγορων | γρήγορων |
| αιτιατική | γρήγορους | γρήγορες | γρήγορα |
| κλητική | γρήγοροι | γρήγορες | γρήγορα |
[
]
Ετυμολογία
- γρήγορος < μεσαιωνική ελληνική γρήγορος < ελληνιστική κοινή ἐγρήγορος (που έχει ξυπνήσει) < αρχαία ελληνική ἐγείρω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈɣɾi.ɣɔ.ɾɔs/
[
]
Επίθετο
γρήγορος
- που μπορεί να αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα καθώς κινείται
- γρήγορος δρομέας, γρήγορο αυτοκίνητο
- που μπορεί να ολοκληρώσει ένα έργο σε λίγο χρόνο
- είναι γρήγορος στη δουλειά του
- γρήγορος υπολογιστής
- που ολοκληρώνεται σε λίγο χρόνο
- γρήγορος συλλογισμός
- γρήγορη διαδρομή