γρίφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γρίφος γρίφοι
γενική γρίφου γρίφων
αιτιατική γρίφο γρίφους
κλητική γρίφε γρίφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρίφος < αρχαία ελληνική γρῖφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɣɾi.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρίφος αρσενικό

  1. πνευματικό παιχνίδι που διατυπώνεται συνήθως σε μορφή ερώτησης και απαιτεί σκέψη για την επίλυσή του.
    Αν τρεις κότες γεννούν τρία αυγά σε τρεις ημέρες, πόσα αυγά γεννά μια κότα σε μια μέρα;
  2. (μεταφορικά) καθετί που είναι περίπλοκο, δύσκολο να ερμηνευτεί, δυσνόητο ή ακατανόητο
    άλυτος γρίφος παραμένει για την Αστυνομία η υπόθεση
    μιλάει με γρίφους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]