γραμματική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραμματική γραμματικές
γενική γραμματικής γραμματικών
αιτιατική γραμματική γραμματικές
κλητική γραμματική γραμματικές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γραμματική < αρχαία ελληνική γραμματική (τέχνη) < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου γραμματικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɣɾa.ma.ti.ˈci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γραμματική θηλυκό

  1. (γλωσσολογία, μη αριθμητό) το σύνολο των γραμματικών κανόνων που διέπουν τον προφορικό και γραπτό λόγο μιας γλώσσας (φωνολογία, μορφολογία, συντακτικό)
    μαθαίνω την ελληνική γραμματική
  2. (συνεκδοχικά) (μη αριθμητό) μάθημα που ασχολείται με τους γραμματικούς κανόνες μιας γλώσσας
    την πρώτη ώρα έχουμε γραμματική
  3. (συνεκδοχικά) (αριθμητό) βιβλίο ή σύγγραμμα που παρουσιάζει και μελετά τους κανόνες αυτούς
    πού τη βρήκες αυτή τη γραμματική;

32πχ Μεταφράσεις[]